βαλανώδης

βᾰλᾰν-ώδης, ες,
A acorn-like, Thphr.CP4.3.4,HP3.16.1.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαλανώδης — acorn like masc/fem acc pl (attic epic doric) βαλανώδης acorn like masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) βαλανώδης acorn like masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλανώδης — βαλανώδης, ες (Α) [βάλανος] όμοιος με βελανίδι …   Dictionary of Greek

  • βαλανώδη — βαλανώδης acorn like neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) βαλανώδης acorn like masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) βαλανώδης acorn like masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλανώδεις — βαλανώδης acorn like masc/fem acc pl βαλανώδης acorn like masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλανωδῶν — βαλανώδης acorn like masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλανώδεσι — βαλανώδης acorn like masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάλανος — (balanus). Γένος θυσανοπόδων μαλακίων της οικογένειας των βαλανιδών. Ζουν κολλημένα στους βράχους ή επάνω σε όστρακα διαφόρων μαλακίων, σε όλες τις θάλασσες, ακόμη και στις λιμνοθάλασσες. Ορισμένα είδη βρίσκονται και στις ελληνικές ακτές. Συνήθως …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.